Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Παρθενῶνες στὴν Ἀμερικὴ...




Ἀπεικόνιση τῆς ἀμερικανικῆς Ἀκροπόλεως ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Σμίθ.
 


   Τὸ 1900 οἱ Ἠνωμένες Πολιτεῖες εἶχαν ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο τὴν ἐπιχειρηματική τους δραστηριότητα. Ὀρυχεῖα, ἐργοστάσια, διηπειρωτικὸς σιδηρόδρομος. Ὅμως στὸ ἔθνος ποὺ εἶχε χτίσει παλάτια γιὰ τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ ἀρχοντικὰ γιὰ τὴν διαβίωσή του, δὲν ὑπῆρχε ναὸς τοῦ πολιτισμοῦ. Παρὰ τὸν ἄφθονο πλοῦτο της ἡ Ἀμερικὴ δὲν μποροῦσε νὰ διεκδικήσῃ ἰσότητα μὲ τὴν Εὐρώπη σὲ πνευματικὸ ἐπίπεδο. 

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Las Incantadas, οἱ Μαγεμένες τῆς Θεσσαλονίκης


 
   Στὸ βιβλίο τοῦ  Emm. Miller, «Le mont Athos. Vatopedi.  L'île de Thasos», Paris 1889, σελ. 336-366, διαβάζουμε τὶς ἐντυπώσεις τοῦ συγγραφέα σὲ μορφὴ ἐπιστολῶν πρὸς τὴ γυναίκα του, καταγραμμένες κατὰ τὴ σύντομη παραμονή του στὴν πόλη τοῦ Θερμαϊκοῦ. κύριος σκοπὸς του δὲν εἶναι νὰ περιγράψῃ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίες γιὰ τοὺς κατοίκους της, ἀλλὰ -μὲ τὴν πρόθυμη συγκατάθεση τοῦ σουλτάνου, καθῶς καὶ τοῦ πασσᾶ τῆς πόλης- ν΄ ἀρπάξῃ ἓνα ὡραῖο ἀρχαῖο μνημεῖο, τὶς λεγόμενες μὲ τὸ καστιλιάνικο ἰδίωμα τῶν Ἰσπανοεβραίων, « Incantadas» (Μαγεμένες) τὰ λεγόμενα ἀπὸ τοὺς Ἓλληνες, «Εἴδωλα». Δηλαδὴ νὰ μιμηθῇ τὴν πράξη ποὺ πρὶν 64 χρόνια εἶχε κάνει στὴν Ἀθήνα γνωστὸς λόρδος Thomas Bruce, κόμης Elgin, ἀφαιρῶντας ἀπὸ τὸ Ἐρέχθειον ὡρισμένα μάρμαρα καὶ κόρες. Καὶ ἐνῶ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἐλγινείων μαρμάρων ἔγινε καὶ γίνεται μεγάλος θόρυβος, ἀγνοήθηκε τελείως τὸ ἲδιο πράγμα γιὰ τὸ μνημεῖο Incantadas τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ ὑψωνόταν ἂλλοτε στὸν χῶρο τῆς ἀρχαίας ἀγορᾶς της.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Ὁλοκλήρωση ἒρευνας στὸ ναυάγιο ποὺ μετέφερε τὰ γλυπτὰ τοῦ Παρθενῶνα

 
 
Ολοκληρώθηκε πριν λίγες ημέρες, για δεύτερη χρονιά, η υποβρύχια έρευνα στο ιστορικό ναυάγιο «Μέντωρ» στα νοτιοανατολικά Κύθηρα κοντά στον Αυλαίμονα, η οποία συνολικά διήρκησε 17 ημέρες.
Το πλοίο, που ως γνωστό, μετέφερε τα γλυπτά του Παρθενώνα στην Αγγλία, μέσω Μάλτας και βυθίσθηκε στην είσοδο του λιμένα του Αυλαίμονα στα νοτιοδυτικά Κύθηρα, το Σεπτέμβριο του 1802, αποτελεί πάντα το κίνητρο της έρευνας για την πιθανή ανεύρεση άλλων γλυπτών μέσα στην άμμο.
Η φετινή ανασκαφική έρευνα επικεντρώθηκε τόσο στη περιοχή της πρύμνης του, όπου το 2009 και το 2011, είχαν εντοπισθεί διάφορα αντικείμενα του πληρώματος και των επιβατών του πλοίου, όσο και στην αποκάλυψη και στον καθαρισμό τμήματος του σκαριού του πλοίου που φαίνονταν να διασώζεται ακόμα σε αρκετά καλή κατάσταση.

Αποκαλύφθηκε το σκαρί σε μήκος περίπου 10 μέτρων, προς την πλώρη και διαπιστώθηκε ότι τμήμα της έχει θραυστεί στους βράχους του πυθμένα κατά τη βύθιση του πλοίου. Επίσης, κατά τον καθαρισμό διαπιστώθηκε ότι σε διάφορα σημεία γύρω από το σκαρί υπάρχουν ευρήματα κυρίως προσωπικά αντικείμενα του πληρώματος ή των επιβατών, αφού βρέθηκαν πολλά κομβία στολών και ενδυμάτων, αλλά και άλλα ευρήματα όπως φιάλες και μία κλεψύδρα.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας βρέθηκαν, πολλά ενδιαφέροντα αντικείμενα όπως όργανα ναυσιπλοΐας, ένας ναυτικός διαβήτης (κουμπάσο), γυάλινα μελανοδοχεία, φορητά μελανοδοχεία, ένα φορητό ρολόι, και μία επιπλέον πιστόλα (η τρίτη συνολικά με τις δύο άλλες που ανελκύθηκαν κατά την έρευνα του 2011), ένας λίθινος σφραγιδόλιθος με παράσταση πυροβόλου, μία χρυσή αλυσίδα και διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα.
Επίσης βρέθηκαν δύο χρυσά νομίσματα (το ένα του 1788 έχει ταυτισθεί ως Ολλανδικό), τρία αργυρά, σύγχρονα της περιόδου που ναυάγησε το πλοίο, καθώς και δύο αρχαία αργυρά νομίσματα (ένα βοιωτικό και ένα αθηναϊκό, το τελευταίο φαίνεται να είχε χρησιμοποιηθεί ως κόσμημα, αφού φέρει διαμπερή οπή).
Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας, το ξύλινο σκαρί του πλοίου, για λόγους προστασίας, καλύφθηκε με ειδικό γεωύφασμα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, επιφέρουν πέραν του αρχαιολογικού και ιστορικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ναυάγιο, αφού ορισμένα από τα αντικείμενα που έχουν ανασυρθεί μπορούν να ταυτισθούν με υπαρκτά πρόσωπα που επέβαιναν στο πλοίο και τα οποία πιθανώς να σχετίζονται με την υπόθεση της αφαίρεσης των γλυπτών του Παρθενώνα.
Ιδιαίτερο επίσης ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός της διατήρησης ενός σημαντικού τμήματος του σκαριού του πλοίου, η μελέτη του οποίου μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση της ναυπήγησης των εμπορικών πλοίων της συγκεκριμένης περιόδου.
Την έρευνα διενέργησε κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καταδυόμενο αρχαιολόγο Δρ. Δ. Κουρκουμέλη και τους καταδυόμενους υπαλλήλους Λούι Ζαν Μερσενιέ, αρχιτεχνίτη, Μανώλη Τζεφρόνη, δύτη, Θεμιστοκλή Τρουπάκη, τεχνολόγο – μηχανολόγο και Πέτρο Τσαμπουράκη, εργατοτεχνίτη και την συνδρομή του Αυστραλιανού Ιδρύματος «Kytherian Research Group».
Η έρευνα διενεργήθηκε με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Τὸ εἶδα ἐδῶ -->  pisostapalia.blogspot.gr

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Ἀναγέννηση...




Μν κοιτᾷς τὴν σαστισμένη μοίρα σου
δ
ν εναι ποκύημα τς φαντασίας·
εἶ
ναι ο τρομοκάπηλοι τς γενις μας
πο
καταχράστηκαν τ μέλλον μας
ο
λογοκλόποι τν προγόνων μας.
Πάλεψε,
κι
ν τ ἄθλια ρνιονται ν΄ ποδιωχθονἄφησε τὴν σκέψη ν΄ κολουθήσ
τ
ζεστ νοδικ ρεύματα το έρα.
διαφόρησε
στ
ς παραμορφωμένες ντιλήψεις
πο
πειλον ν΄ ἀποκτήσουν μορφή.
Ψηλάφισε
τ
ς λλόκοτες πιθανότητες πο χουμε
σ΄ α
τν τν κόσμο τς πειλς κα τς τρέλας.
Πάλεψε,
κα
 ὅ,τι δν μπορες ν τ λλάξς,
μ
ν τ συνηθίσς…


Χλόη


Εἰκόνα ἀπὸ ἐδῶ

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Οἱ Ναϊᾶδες τῆς Δοϊράνης



Από τα ανέκδοτα κείμενα του Γιώργου Εχέδωρου ‘Παραμυθένιες Ιστορίες’.


Το παλικάρι καθότανε στην άκρη της γαλαζοπράσινης λίμνης και κοίταζε τα πανέμορφα χρώματα του δειλινού, που χόρευαν πάνω στα μικρά κύματα.

Είχε ένα προαίσθημα αυτές τις μέρες.

Οι μαγευτικές ‘ναϊάδες’ της Δοϊράνης θα άφηναν τις υδάτινες σπηλιές τους, θα ερχόντουσαν να λουστούν με το φως των αστεριών. Και τότε μια από αυτές, τις θεϊκές γυναίκες των πηγών και των λιμνών, θα ερωτευόταν το αγόρι της στεριάς.

Είχαν περάσει εκατό χρόνια από την τελευταία φορά που αναδύθηκαν από τη λίμνη οι πανέμορφες, θεϊκές ‘Ναϊάδες’.

Επάνω στα ήρεμα νερά έσμιγαν οι δαιδαλώδεις φωτεινοί δρόμοι των αστεριών. Όλη η φύση γύρω καρποφόρησε και πρόσμενε με χαρά τις κόρες της λίμνης.

Η καρδιά του παλικαριού χτυπούσε γρήγορα καθώς η ομίχλη του φθινοπώρου άπλωσε τα αραχνοΰφαντα φτερά της πάνω από το υγρό στοιχείο.

Οι πηγές ανάβλυζαν χαρούμενες. Τα ποτάμια έτρεχαν κελαρυστά, ο αέρας χάιδευε απαλά τα φύλλα των δένδρων. Τα ψάρια της λίμνης χοροπηδούσαν στο νερό ξετρελαμένα, και τα ζώα γύρω από τη λίμνη άκουγαν εκστατικά όμορφους ήχους που ποτέ δεν είχαν ξανακούσει.




Είχαν περάσει ακριβώς εκατό χρόνια…

Τότε αναταράχθηκε ένα σημείο της λίμνης. Μέσα στην νύχτα ένα ροδαλό φως φαινόταν στο βυθό που ολοένα δυνάμωνε… δυνάμωνε…

Το απαλό θρόισμα των φύλλων, των πανύψηλων δένδρων της αμμουδερής παραλίας, μαρτυρούσε τον ερχομό τους.

Και να!

Στο μέσο της λίμνης άρχισαν να αναδύονται, ντυμένες μ’ ένα εκθαμβωτικό φως, οι αέρινες θεϊκές ‘ναϊάδες’…

Λικνίζονταν χορευτικά στην επιφάνεια του νερού ξετρελαμένες από τα αμέτρητα αστέρια του ουρανού.

Μέσα στους μαγευτικούς μουσικούς ήχους μιας άρπας, οι όμορφες κόρες της λίμνης άρχισαν να τραγουδούν ένα μελωδικό τραγούδι που μιλούσε για αιώνια αγάπη.

Το μουσικό κάλεσμά τους ταξίδευσε στη στεριά. Ο απαλός αέρας μετέφερε τη γλυκιά μελωδία στα ανοιχτά παράθυρα των παλικαριών.

Ρίγησαν οι ανδρικές καρδιές.

‘Οι Ναϊάδες!’, φώναξαν σιγά, ‘...αναδύθηκαν οι κόρες της λίμνης...’

Τότε, το παλικάρι, που πρόσμενε καρδιοχτυπώντας στην παραλία, σηκώθηκε αναζητώντας με αγωνία το πρόσωπο της ομορφότερης...

Μόλις είδε μέσα στο φως των αστεριών την πανέμορφη, ξεχωριστή ‘Ναϊάδα’ , την ερωτεύθηκε αμέσως.

Σαγηνευμένος και μαγεμένος μπήκε στα νερά της λίμνης, να προλάβει να αγγίξει την ονειρεμένη κόρη, πριν η αυγή την καλύψει με τον μανδύα της.

Η θεϊκή γυναίκα, μόλις τον αντίκρισε, τον ερωτεύθηκε στη στιγμή. Του άπλωσε το χέρι και τον οδήγησε ευτυχισμένη στις υδάτινες σπηλιές της λίμνης, για να τον έχει μόνο δικό της…

Ήτανε τόση μεγάλη η χαρά που βρήκε το ταίρι της που με ένα τραγούδι της, έκανε το νερό της λίμνης και των πηγών, μαγικό.

Κι όποιος προλάβει να πιει από αυτό, πριν έρθει η αυγή, θα αγαπηθεί πολύ και θα ζήσει άλλη μια ολόκληρη ζωή...

~~~~

Οι Ναϊάδες της Δοϊράνης έγιναν θέμα παρουσίασης ‘Βραδιάς Μπαλέτου’ στο Θέατρο Λόφου Κιλκίς από τη Σχολή Χορού ‘Ματίνας Κουρσάρη’ τον Ιούνιο του 2008.
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Οἱ Ῥωσσικὲς ἀξιώσεις γιὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος





     Μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ἀναβρασμὸς ἐπικρατοῦσε στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἡ Ἱερὰ Κοινότητα καθημερινὰ ἔψαλλε παρακλήσεις στὸ Ναὸ τοῦ Πρωτάτου καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ναοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ τὴν καλὴ κατάληξη τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνα. 
Ὅλοι οἱ μοναχοὶ παρακολουθοῦσαν ἐναγωνίως τὴν νικηφόρα πορεία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὴ Θεσσαλία πρὸς τὶς ἐσχατιὲς τῆς Μακεδονικῆς γῆς καὶ ἒβλεπαν μὲ βουρκωμένα μάτια καὶ γεμάτοι ἀγωνία τὴν ἑλληνικὴ ναυτικὴ σημαία νὰ διασχίζῃ τὰ πελάγη μπροστά τους καὶ νὰ χαρίζῃ τὴν πολυπόθητη ἐλευθερία στὶς νήσους τοῦ Αἰγαίου.

     Ἦταν βέβαιοι οἱ μοναχοὶ ὅτι πλησίαζε καὶ γι` αὐτοὺς ἡ πολυπόθητη ἐκείνη ὥρα τῆς ἀπελευθέρωσης καὶ ἐτοίμαζαν χωρὶς προφυλάξεις καὶ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Σουλτάνου, τὴν ὑποδοχὴ τοῦ νικηφόρου ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἶτε ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ξηρὰ εἶτε ἀπὸ τὴ θάλασσα…

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Οἱ Κουτσαβάκηδες κι ὁ Μπαϊρακτάρης...


"...Αι Αθήναι επί Μπαϊρακτάρη έγιναν πόλις εύνομος, πόλις ήσυχος, πόλις πολιτισμένη. Εις ολίγας εβδομάδας αφωπλίσθη όλος ο πληθυσμός. Μύτες υποδημάτων και αφέλειαι κεφαλών κουτσαβάκηδων και μόρτηδων εκόπησαν. Οι άνεργοι εξηναγκάσθησαν να δουλέψουν. Οι λωποδύται εμπαρκαρίσθησανεις αγύριστον ταξείδι. Τα χασισοποτεία εκλείσθησαν και οι επαίται εξηφανίσθησαν.
Εις τας ταβέρνας έπινον κρασί και δεν έχυναν αίμα. Ο αριθμός και το γόητρον των θρασύδειλων παλικαράδων που άλλοτε εδέσποζον και είχον το στρατηγείον των εις την πλατείαν Ψυρρή, ηλαττώθη μεγάλως και κατήντησαν κωμικοί τύποι, τελείως εξουθενωθέντες υπό την βαρείαν παλάμην του Μπαϊρακτάρη, της οποίας πρέπει να στηθή μίαν ημέραν ιδιαίτερος ανδριάς εις την πλατείαν των ηρώων..." 
(άρθρο της εφημ. Σκριπ)

Αθήνα, 19ος αιώνας, συνοικία του Ψειρή (συναντάται κι ως Ψυρή ή Ψυρρή).
Η συνοικία αυτή έγινε πασίγνωστη, λόγω του ότι, το κυρίαρχο στοιχείο της, ήταν οι Κουτσαβάκηδες, ιδιόρρυθμοι τύποι κακοποιών, που είχαν κυριαρχήσει στην περιοχή αυτή, επί 50 περίπου χρόνια, από τα τελευταία χρόνια του Όθωνος, εώς το τέλος του 19ου αιώνος και είχαν μεταβάλει τον κοσμοβριθή οικισμό του Ψειρή, σε ένα «κράτος εν κράτει».


Το όνομά τους οι Κουτσαβάκηδες, το οφείλουν στον Μήτσο Κουτσαβάκη, έναν δεκανέα του στρατού επί Όθωνος, που είχε γίνει ονομαστός για τα κατορθώματά του ως κακοποιός.
«Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» αυτού, αναφάνηκαν και πολλοί άλλοι που ήταν ιδιόρρυθμοι και τυποποιημένοι στο ήθος, στην ενδυμασία, στην κόμμωση, ακόμη και στους τρόπους και τις μεθόδους.
Σαν αντάξιοι μιμητές του αρχικού τους προτύπου, επονομάσθηκαν κι αυτοί «Κουτσαβάκηδες», ή «Κούτσαβοι», αλλά παράλληλα και «Παλληκαράδες».


  Φορούσαν μαύρο σακάκι, αλλά το φορούσαν μόνο απ’ το αριστερό μανίκι. Είχαν ριγέ χρωματιστό παντελόνι, που ήταν πολύ φαρδύ στα σκέλη, αλλά και πολύ στενό στους αστράγαλους. Στη μέση τους είχαν ζωσμένο ένα πολύ πλατύ και πολύπτυχο ζωνάρι, όπου τοποθετούσαν, τόσο τα όπλα τους (συνήθως κουμπούρες ή φοβερές αμφίστομες κάμες), όσο και τα καπνιστικά τους είδη. Στο κεφάλι φορούσαν μια μαύρη ρεπούμπλικα, με πλατύ όμως πένθος που το αποκαλούσαν «θλίψη» ή «χλίψη». Υπετίθετο, ότι το πένθος αυτό το όφειλαν στον ανύπαρκτο θάνατο κάποιου συγγενούς ή στενού φίλου, που κι εκείνος κατά την έκφραση του Θουκυδίδη «εσιδηροφόρει» σαν αυτούς, που ήταν κι εκείνος «μάγκας βαρύς κι ασήκωτος», που φορούσε αναρριχτό σακάκι, αλλά και είχε πέσει νεκρός κατά την εκτέλεση κάποιας γενναίας πράξης, αλυσμόνητο θύμα για στιγμές γεμάτες φιλότιμο.
Αλλά και τα παπούτσια τους ήταν παράδοξα. Ήταν στιβάλια με ψηλό τακούνι, στενά και μυτερά, που έπρεπε να είναι ανορθωμένα μπροστά στην άκρη, σαν ρύγχος. Κι έπρεπε να είναι πολύ τριζάτα.Τα μαλλιά τους ήταν πλούσια, κατέβαιναν ως τα μάτια, αφημένα με περίτεχνη αμέλεια και ήταν πάντα αλειμμένα με χοιρινό λίπος, που αποτελούσε το κύριο καλλυντικό των τύπων εκείνων.Τα μουστάκια τους ήταν άφθονα, στριμμένα στις άκρες κι ενώνονταν με τις άλλες τρίχες στα μάγουλα, ενώ δεν διατηρούσαν πραγματικά γένια.

Οι Κουτσαβάκηδες βάδιζαν λικνιστά, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο προς τα δεξιά και κουνώντας τα χέρια τους. Είχαν σχεδόν πάντα, ύφος βλοσυρό. Κάθε τόσο όμως αναστέναζαν, θέλοντας να δείξουν ότι έκρυβαν στην καρδιά τους κάποιο βαρύ «ντέρτι», δηλαδή στενοχώρια.
Όταν κάθονταν στα καφενεία, έβγαζαν το ένα παπούτσι (πράγμα εύκολο, γιατί τα στιβάλια ήταν με λάστιχο) και τοποθετούσαν έπειτα το γυμνό πόδι ορθογώνια στο ύψος του γόνατος του άλλου ποδιού. Συνήθως όμως κάρφωναν και την κάμα τους πάνω στο ξύλινο τραπέζι, επίδειξη και σύμβολο εφεδρικού δυναμισμού για άμεση δράση.
Αλλοίμονο στον περαστικό διαβάτη που θα τους κοίταζε (κατά την κρίση τους) χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό. Συχνά άπλωναν μπροστά στην καρέκλα τους και πάνω στο έδαφος, την άκρη του μακριού ζωναριού τους. Κι ορμούσαν με φονικές διαθέσεις εναντίον εκείνου που θα τολμούσε να το πατήσει. Απ’ αυτή τη συνήθεια γεννήθηκε και η φράση «Απλώνει το ζωνάρι του για καβγά».

Οι κακοποιοί εκείνοι, σκληροί, αδίστακτοι, αλλά και θρασύδειλοι, έκαναν κάθε είδους κακουργίες, που συνήθως έμειναν ατιμώρητες. Κανένας δεν τολμούσε να αντιδράσει. Και το έγκλημα, μικρό ή μεγάλο, φανερό ή κρυφό, παρέμεινε ατιμώρητο, ενώ οι φορείς του πρόβαλλαν σαν πρόσωπα ηρωικά.
Αυτός ήταν ο τύπος του Κουτσαβάκη, που κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχε επιβληθεί και σε μερικές άλλες αθηναϊκές συνοικίες. Το βασίλειό τους όμως για ολόκληρες δεκαετίες, ήταν η συνοικία του Ψειρή. Η «Πλατεία των Ηρώων» στου Ψειρή, όπως και τα γύρω της στενά, αποτελούσαν μόνιμο στέκι και βασίλειο των Κουτσαβάκηδων. Οι περιδεείς κάτοικοι, ήταν κυριολεκτικά φόρου υποτελείς σ’ αυτούς τους τύπους. Τα εγκλήματά τους ήταν και αναρίθμητα και ανατριχιαστικά. Ιδιαίτερη όμως επίδοση (σαν σκληροί αγαπητικοί, προστάτες και εκμεταλλευτές την «γκόμενας») σημείωναν στην εκμετάλλευση των «κοινών» γυναικών, τις οποίες στο τέλος, συχνά τις μαχαίρωναν για αιτίες ασήμαντες.

 Αστυνομία
Η κακοοργανωμένη, η αμαθής και η εξοπλισμένη με φτωχά μέσα, αστυνομία της εποχής εκείνης (Δημοτική και Διοικητική Αστυνομία, όπως την αποκαλούσαν), ήταν ανίσχυρη στη μάχη εναντίον τους. Πολλές μάλιστα οικογένειες, μένοντας απροστάτευτες, αναγκάζονταν να προσλαμβάνουν ειδικούς σωματοφύλακες. Οι Κουτσαβάκηδες όμως γίνονταν περισσότερο ασύδωτοι και θρασείς. Με την πολιτική μάλιστα φαυλοκρατική διαφθορά που επικρατούσε στην Ελλάδα του 19ου αιώνος, συχνά μερικοί πολιτικοί τους προσεταιρίζονταν για δικούς τους σκοπούς. Με λίγα λόγια, όπως την ελληνική ύπαιθρο την μάστιζε τότε η ληστεία, ομοίως στην Αθήνα του Ψειρή κυριαρχούσαν οι ελεεινοί Κουτσαβάκηδες.
Βρέθηκαν όμως τρεις διευθυντές αστυνομίας, που με θάρρος και σκληρότητα ανέλαβαν τον βαρύ ρόλο για την εκκαθάριση.


Δημητριάδης
Πρώτος ήταν ο Δημητριάδης, στις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Αυτός άρχισε να κάνει συστηματικές επιδρομές μέσα στα απρόσιτα στέκια των Κουτσαβάκηδων. Σε αντίδραση όμως εκείνοι, δολοφόνησαν μέσα στην πλατεία του Δημοπρατηρίου, τον γραμματέα της αστυνομίας, Λύτρα. Επακολούθησε απ’ τον Δημητριάδη η άλωση του υπόγειου καταγωγίου του Μαούφαρη, που αποτελούσε την φωλιά των Κουτσαβάκηδων. Μέσα εκεί, έπειτα από κυριολεκτική μάχη, συνελήφθησαν και οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Λύτρα. Αποτέλεσμα όμως ήταν να επαναστατήσει κυριολεκτικά η συνοικία του Ψειρή, απ’ όπου η αστυνομία αναγκάστηκε να αποσυρθεί τελείως. Οι Κουτσαβάκηδες όμως αποφάσισαν τότε να εκστρατεύσουν κι εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης(!), που τότε ήταν εγκατεστημένη στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Δημητριάδης πρότεινε στην Κυβέρνηση σκληρά αντίποινα, αλλά ο πρωθυπουργός Βούλγαρης προτίμησε να υποχωρήσει κι αντί άλλου μέτρου, απέλυσε τον αποφασιστικό διευθυντή της αστυνομίας!

Βρατσάνος
Δεύτερος αμείλικτος αστυνομικός εχθρός των κακοποιών ήταν ο Βρατσάνος, ένας σκληροτράχηλος Ψαριανός, που ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος τον διόρισε διευθυντή, με την ρητή εντολή, ν’ απαλλάξει την Αθήνα απ’ το αίσχος των Κουτσαβάκηδων.
Ο Βρατσάνος δέχτηκε την εντολή. Σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, τον ενθάρρυνε αποτελεσματικά και η σύζυγός του, η ιστορική Φλωρού, γυναίκα ατρόμητη και εξασκημένη η ίδια στα όπλα. Χειριζόταν δε η Φλωρού, το πιστόλι και την καραμπίνα, σαν έμπειρος πολεμιστής.
Ο Βρατσάνος θέλησε να διασπάσει τον αντίπαλο, προσλαμβάνοντας ως αστυνομικούς και μερικούς Κούτσαβους. Το πείραμά του όμως απέτυχε, γιατί σύντομα εκείνοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους «συναδέλφους» τους, εξαπατώντας την αστυνομία. Ο θαρραλέος διευθυντής κατέφυγε τότε σε συστηματικές επιδρομές μέσα στο βασίλειο των κακοποιών, όπου συχνά διακινδύνευε κι αυτή τη ζωή του.
Τελικά όμως, οι πολιτικοί προστάτες των Κουτσαβάκηδων (αμετανόητοι και και αιώνιοι εξαρθρωτές πολλών και σπουδαίων πρωτοβουλιών για κοινωνική προκοπή) πέτυχαν την αντικατάσταση του αποφασιστικού Βρανάτσου.


Μπαϊρακτάρης
  Ο Δημητριάδης και ο Βρατσάνος κατόρθωσαν σημαντικά χτυπήματα εναντίον του οικοδομήματος του Κουτσαβακισμού. Δεν το γκρέμισαν όμως.Το τελικό γκρέμισμα το πέτυχε ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ένας Αγρινιώτης στρατιωτικός, με καταγωγή απ’ το Σούλι.
Αποφασισμένος να εξαλείψει αυτό το άγος, ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός Χαρίλαος Τρικούπης, διόρισε τον Μπαϊρακτάρη στον ρόλο που του ταίριαζε. Και τότε ο κοντόσωμος, λιγομίλητος, μεγαλοκέφαλος και αμείλικτος αστυνομικός (πλέον), που έτρεφε πελώριες μουστάκες, έκανε έναν συνδιασμό από δυναμικά μέσα κι από ταπεινωτικό εξευτελισμό των κακοποιών.
Έμειναν ιστορικές οι μέθοδοί του. Γιατί εκείνο που θα εξαφάνιζε κυριολεκτικά τους θρασύδειλους Κουτσαβάκηδες, ήταν όχι ο διωγμός που αποηρωοποιεί, αλλά ο εξευτελισμός που ταπεινώνει.
Άρχισε λοιπόν ο Μπαϊρακτάρης να εκκαθαρίζει σιγά σιγά τα κέντρα τους. Έπειτα όμως από κάθε επιδρομή σε κάποιο καφενείο του Ψειρή, άρπαζε όσους Κουτσαβάκηδες έβρισκε, τους έφερνε στην πλατεία Κλαυθμώνος κι εκεί, μπροστά στο πλήθος που αλάλαζε δινόταν μια κωμικοτραγική παράσταση:
Υπήρχε εκεί ένα αμόνι και πάνω σ’ αυτό, ο αιχμαλωτισμένος Κούτσαβος υποχρεώνονταν να συντρίψει ο ίδιος τα όπλα του, την κουμπούρα του ή την περιλάλητη αμφίστομη κάμα.
Ακολουθούσε έπειτα η εμφάνιση μιας τεράστιας βλαχοψαλίδας, με την οποία ο ίδιος ο Μπαϊρακτάρης έκοβε όλα τα σύμβολα της παρεξηγημένης παλληκαριάς. Έκοβε ανελέητα τις αφέλειες των μαλλιών που έφθαναν ως τα μάτια, έπειτα τις μυτερές άκρες των παπουτσιών, στην συνέχεια το δεξί μανίκι (ακριβώς αυτό που δεν φορούσαν, έμβλημα της ρεμπέτικης παλληκαριάς) και τέλος το μακρύ ζωνάρι που σερνόταν για καβγά. Κατόπιν ο αστυνόμος με άγριες κλωτσιές πετούσε τους αχρηστευμένους Κουτσαβάκηδες, σαν άχρηστα τσόφλια, μέσα στο πλήθος που τους γιουχάιζε επίμονα. Ο εξευτελισμός αυτός, ήταν φοβερός, ώστε στο εξής αναγκάζονταν να αξαφανιστούν από προσώπου γης.

Με τέτοιες μεθόδους ο Μπαϊρακτάρης συνέτριψε κι εξαφάνισε τον Κουτσαβακισμό. Ίσως όμως δεν θα ήταν σε θέση να επιτύχει αυτό το κατόρθωμα, αν στο μεταξύ δεν είχε πραγματοποιηθεί μια βαθειά αλλαγή στην αστυνομία: Από πολιτική και διοικητική, η αστυνομία είχε γίνει στρατιωτική. Το 1890 ο στρατός είχε αναλάβει την αστυνομική εξουσία και την διατήρησε ως το 1908, οπότε παρέδωσε στην Χωροφυλακή. Και ο Μπαϊρακτάρης ήταν ήδη αντισυνταγματάρχης, όταν ανέλαβε την διεύθυνση της αστυνομίας. Για την επίθεσή του εναντίων των Κουτσαβάκηδων, δεν διέθετε συνεπώς ύποπτους και απείθαρχους «αστυνομικούς κλητήρες». Διέθετε τώρα σκληρούς Εύζωνους κι αφοσιωμένους πυροβολητές, που μάλιστα τους διάλεγε ο ίδιος.

Έτσι κατελύθη το παράδοξο εκείνο «κράτος του Ψειρή», από το οποίο σήμερα διατηρούνται μόνο οι μισολησμονημένοι γλωσσικοί όροι «Κούτσαβος» και «Κουτσαβάκης». Απήχηση όμως (σαν τύπος και σαν ντύσιμο) εξακολουθεί να είναι ο πασίγνωστος «Σταύρακας», ο γνωστός ήρωας στο ρεπερτόριο του ελληνικού Καραγκιόζη. Απ’ τη σκηνή του θεάτρου σκιών, παρακολουθούμε τον Σταύρακα, όχι μόνο να είναι ντυμένος όπως οι παλαιοί Κουτσαβάκηδες, αλλά και να χρησιμοποιεί φρασεολογία που κάνει άφθονη κατανάλωση για το φιλότιμο, αλλά και που από πίσω από την μεγαλοστομία των απειλών της, μας φανερώνει τον τύπο του θρασύδειλου παλληκαρά.

Πηγή: Λαογραφία της Ελλάδος, Κ. Ρωμαίος, εκδόσεις Γιοβάνη, 1978




 Τὸ βρῆκα ἐδῶ  -->  stigmesstinistoria.blogspot.gr